ἰκμαδώδης

ἰκμ-ᾰδώδης, ες,
A moist, wet, Hsch.s.v. ἴκμενος, dub. in Sch.Arat. 1065: [full] ἰκματώδης in Ach.Tat.Intr.34.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ικμαδώδης — ἰκμαδώδης, ες (Α) [ικμάς] γεμάτος ικμάδα, νοτερός …   Dictionary of Greek

  • ικμάδα — η (ΑΜ ἰκμάς, άδος) η υγρασία τής γης και η θρεπτική της δύναμη την οποία απομυζούν τα φυτά νεοελλ. στοιχείο ζωτικότητας, η δύναμη για ζωή αρχ. 1. φυσική υγρασία 2. κάθε είδος ζωικών χυμών ή εκκρίσεων 3. σταγόνα, στάλα 4. φρ. «ἰκμὰς Βάκχου» το… …   Dictionary of Greek

  • ικματώδης — ἰκματώδης, ες (Α) ικμαδώδης*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἰκμάς, αναλογικά προς το αιματώδης*] …   Dictionary of Greek

  • ικμώδης — ἰκμώδης, ες (Α) [ικμάς] ικμαδώδης* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.